αἰγίλιψ

αἰγίλιψ
Grammatical information: adj.
Meaning: `sheer, steep' (Il.).; also place name.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Generally connected with Lith. lìp-ti `clamber' (s. Solmsen Untersuchungen 73 A. 1); but the meaning `clamber' is secondary to `stick, cleave' and it is far from certain that Greek knew the same development. The whole would be `what can be climbed only by goats', which Frisk calls "weit zweifelhafter". The form αἰγι- is unexplained (see αἴξ; αἰθί-οψ does not help). Cf. ἄλιψ πέτρα H. (but s. s.v.), from `what cannot be climbed'?; the gloss λίψ πέτρα ἀφ' ἡς ὕδωρ στάζει may be due to later interpretation (Solmsen, cf. Persson Beiträge 152 m. A. 1); Marzullo Studia Pagliaro III 101f thinks it is a mistake for α[ἰγί]λιψ. Further αἰγίλιψ ὑψηλη πέτρα καὶ πόλις καὶ ἰτέα ὑπὸ Θούριων H. Improbable Wecklein MünchSb 1911 : 3 (s. WP. 2, 403, Kretschmer Glotta 5, 302).
Page in Frisk: 1,31

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αιγίλιψ — αἰγίλιψ ( ιπος), ο, η (Α) τόπος όπου δεν σκαρφαλώνουν ούτε κατσίκια, επομένως απόκρημνος, απότομος. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθετη λ. από αἰγι (< αἴξ, αἰγὸς) και λιψ. Το β συνθ. συνδέεται πιθ. με την ΙΕ ρίζα *leip, που σημαίνει («αλείφω» και) «σκαρφαλώνω,… …   Dictionary of Greek

  • αἰγίλιψ — destitute even of goats masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγίλιπα — Αἰγίλιψ destitute even of goats fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίλιπα — αἰγίλιψ destitute even of goats masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγίλιπες — Αἰγίλιψ destitute even of goats fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίλιπες — αἰγίλιψ destitute even of goats masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγίλιπος — Αἰγίλιψ destitute even of goats fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίλιπος — αἰγίλιψ destitute even of goats masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • AEGILIPS — urbs Acarnaniae. Strabo. Et locus in Epiro. Steph. Αἰγίλιψ, πλησίον Κροκυλείας τῆς Η᾿πείρου. Ο῞μηρος Il. β. v. 633. Καὶ Κροκύλειαις; ενέμοντο, καὶ Αἰγίλιπα τρηχεῖαν. Εἴληχε δὲ την` προτηγορίκν διὰ τό μετρώδη (Meursius πετρώδη) εἶναι, καὶ ὑψηλην` …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Aigilips — (altgriechisch Ἀιγίλιψ) ist eine Ortschaft aus der griechischen Mythologie. Im Schiffskatalog in Homers Ilias wird sie als eine der dem Odysseus untertänigen Ortschaften genannt.[1] Nach einem Lokalisierungsversuch des antiken Geografen… …   Deutsch Wikipedia

  • ηλίβατος — ἠλίβατος και δωρ. ἀλίβατος, ον (Α) 1. (στον Όμ. πάντα για απότομους βράχους) ψηλός, απότομος, απόκρημνος, ανηφορικός 2. (για δέντρα, καθώς και για τον θρόνο τού Διός στην Ολυμπία) ψηλός, μεγάλος (τῶν ἠλιβάτων θρόνων ἄρχοντα», Αριστοφ.) 3. (για τη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.